
Οι προηγούμενες δύο επισκέψεις Αμερικανών προέδρων στην Ελλάδα στη μεταπολιτευτική περίοδο είχαν από ένα highlight. Το 1991, ο Τζορτζ Μπους συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και έβαλε πάγο στις ελληνικές προσδοκίες για το Κυπριακό, λέγοντας πως ο μόνος τρόπος να υπάρξει επίλυση ήταν μέσω του σχεδίου που είχε θέσει επί τάπητος ο τότε γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αλβάρο Ντε Κουεγιάρ. Το 1999, ο Μπιλ Κλίντον έφτασε στην Αθήνα, εν μέσω σφοδρών συγκρούσεων στους δρόμους της πόλης, και σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία και, αν κάτι έχει μείνει στη συλλογική μνήμη πέρα από τη συγγνώμη του για την εμπλοκή των ΗΠΑ στο πραξικόπημα του 1967, ήταν η ομιλία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου. Το ερώτημα για την επίσκεψη Ομπάμα, από σήμερα έως αύριο, είναι συνεπώς το εξής: τι θα έχουμε να θυμόμαστε από τον απερχόμενο Αμερικανό πρόεδρο;
Του Γιώργου Ευγενίδη
Αν ανατρέξει κανείς λίγα χρόνια πίσω, πιο συγκεκριμένα στους πρώτους μήνες του 2009, θα θυμηθεί πως ένα από τα πρώτα ταξίδια του κ. Ομπάμα ήταν αυτό στην Τουρκία. Μάλιστα, ήταν ασυνήθιστο Αμερικανός πρόεδρος να επισκέπτεται διμερώς την Τουρκία και να μην επισκέπτεται και την Ελλάδα πριν ή μετά. Τότε, είχε σημάνει συναγερμός στο γραφείο της υπουργού Εξωτερικών Ντόρας Μπακογιάννη και είχε γίνει μια σημαντική διαπίστωση: η Τουρκία ήταν ψηλότερα στις γεωπολιτικές προτεραιότητες του νέου προέδρου των ΗΠΑ.
Από τότε, πολλά πράγματα άλλαξαν. Ούτε η Τουρκία είναι η ίδια χώρα, ούτε οι ΗΠΑ έχουν τις ίδιες προτεραιότητες, ούτε τα δεδομένα στην ευρύτερη γειτονιά μας είναι να τα ίδια. Μάλιστα, μπορεί σε αρκετά ζητήματα οι ΗΠΑ να μην έδρασαν ιδιαίτερα υποστηρικτικά προς την Ελλάδα, ως προς τη διαπραγμάτευση για το τρίτο Μνημόνιο όμως, όταν η χώρα βρισκόταν μεταξύ σφύρας και άκμονος, η αμερικανική παρέμβαση ήταν καίρια και λάμβανε υπόψιν μια παράμετρο που οι Ευρωπαίοι αγνοούσαν: τη γεωπολιτική. Κάπως έτσι, ο έχων εξαιρετικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, Ντόναλντ Τουσκ έφτασε να κλείσει την πόρτα στους Αλέξη Τσίπρα και Άνγκελα Μέρκελ, όταν αυτοί θέλησαν να τα παρατήσουν τα ξημερώματα της 13ης Ιουλίου του 2015.
Ο καθένας μπορεί να έχει όποια άποψη θέλει αναφορικά με το αν ήταν ή δεν ήταν καλός πρόεδρος ο Μπαράκ Ομπάμα και μπορεί να γίνει μεγάλη συζήτηση για το θέμα. Δεν έχεις προσώρας μεγάλη σημασία. Ο κ. Ομπάμα είναι μια σπουδαία προσωπικότητα που φτάνει στη χώρα μας, επιλέγοντάς την ως έναν από τους δύο σταθμούς της αποχαιρετιστήριας περιοδείας του στην Ευρώπη, μαζί με τη Γερμανία. Αναμφίβολα, αποτελεί τιμή για την Ελλάδα, η οποία πολλάκις αισθάνεται «έθνος ανάδελφον» και ξεχνά πως για τις ΗΠΑ αποτελεί στρατηγικό εταίρο-φυσικά στη βάση συμφερόντων-όπως και οι ΗΠΑ αποτελούν για εμάς έναν από τους κύριους εταίρους μας.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε δίκιο. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έλεγε και πράγματι, ανήκουμε στη Δύση, η οποία σημαίνει πολλά περισσότερα από έναν απλό γεωγραφικό προσδιορισμό και την στενή έννοια του οικονομικού συμφέροντος. Και το ότι ανήκουμε στη Δύση μας έχει οδηγήσει στο ευρωπαϊκό μονοπάτι και στην αποφυγή της ολοκληρωτικής καταστροφής, την οποία θα βιώναμε με τη συνειδητοποίηση της χρεοκοπίας της χώρας. Και τότε οι ΗΠΑ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, μιας και παραίνεσαν το ΔΝΤ να εμπλακεί στα ευρωπαϊκά πράγματα και να συμμετάσχει στα προγράμματα bail-out, τα οποία απείχαν από τα παραδοσιακά προγράμματα που εφάρμοζαν.
Συνεπώς, ναι, η επίσκεψη του κ. Ομπάμα είναι εξαιρετικά σημαντική. Και η ομιλία του την Τετάρτη θα είναι μια εξαιρετικά σημαντική ομιλία: ο κ. Ομπάμα δεν θα είναι πρόεδρος μετά τον Ιανουάριο, θα τον διαδεχθεί ο κ. Τραμπ, και επιθυμεί αφενός να διατηρήσει την υστεροφημία του, αφετέρου να εκφράσει ορισμένες σταθερές, οι οποίες έχουν να κάνουν τόσο με ορισμένες αξίες όσο και με βασικές παραμέτρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, προκειμένου να δημιουργήσει «προηγούμενο» και να μην μπορέσει ο κ. Τραμπ τόσο εύκολα να υπερβεί τα εσκαμμένα. Η Ελλάδα, με όλους τους συμβολισμούς που η χώρα μας ενέχει για τους Αμερικανούς, είναι μια ιδανική σκηνή για τον επικοινωνιακό κ. Ομπάμα.
Θα είναι όμως αυτή η εξαιρετικά σημαντική επίσκεψη και ουσιώδης; Αυτό δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Ποτέ μια συζήτηση με τον Αμερικανό πρόεδρο δεν είναι ανούσια φυσικά, αλλά τα περιθώρια δέσμευσης του κ. Ομπάμα είναι σαφέστατα μικρότερα σε σχέση με το αν είχε εκλεγεί η κ. Κλίντον. Μιλώντας στην Καθημερινή, ο πρόεδρος Ομπάμα συντάχθηκε με την άποψη του ΔΝΤ για το ελληνικό χρέος, ήτοι ότι πρέπει να μειωθεί, συνδυαστικά με την προσήλωση στις μεταρρυθμίσεις, όπου απομένει ακόμα να γίνει δουλειά. Αυτή είναι η άποψη του Λευκού Οίκου επί Ομπάμα και πιθανότατα θα ήταν και επί Κλίντον. Επί Τραμπ όμως; Δεν λέει κανείς πως δεν θα είναι, αλλά, ειλικρινά, δεν ξέρουμε ποια θα είναι η θέση του, όμως το ζήτημα πιέζει. Το Μέγαρο Μαξίμου, συνεπώς, ζητά δύο πράγματα: ένα σαφές μήνυμα για το χρέος και μια προσπάθεια στα παρασκήνια, έως τον Ιανουάριο. Το πρώτο πιθανότατα ο κ. Ομπάμα θα το δώσει, όχι με μεγάλη διαφορά απ’ όσα έχει πει ως σήμερα. Για το δεύτερο όμως οι πιθανότητες είναι πολύ μικρές, ακόμα μικρότερες απ’ ότι πριν την εκλογή Τραμπ.
Στην ατζέντα είναι και άλλα θέματα, όπως το προσφυγικό, αλλά και το Κυπριακό, όπου υπάρχει κινητικότητα. Είναι σαφές πως άρρητα, στην ατζέντα είναι και το ενεργειακό, το οποίο συνδέεται στενά με την πρόοδο στο Κυπριακό. Με δεδομένη την άποψη του κ. Ομπάμα για τη γεωστρατηγική θέση μας και την κρίση που περνούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα πως αυτή η συζήτηση ίσως να έχει και περισσότερο ενδιαφέρον, αλλά και πάλι, η εκλογή Τραμπ, παρά το σύστημα ισορροπιών των checks and balances αλλάζει πολλά και δεν γνωρίζει κανείς τι μέλλει γενέσθαι σε επιμέρους ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ήδη όμως διαφαίνεται η αναθέρμανση του φλερτ με την Τουρκια, την οποία ο αντιπρόεδρος του κ. Τραμπ Μάικλ Πενς και ο σύμβουλός του για θέματα εθνικής ασφάλειας Μάικλ Φλυνν αναγνωρίζουν ως εξαιρετικά σημαντική σύμμαχο χώρα.
Αν κάτι όμως είναι το πιο σημαντικό και το διαχρονικό σε αυτή την επίσκεψη είναι πως η Ελλάδα παραμένει ένας αταλάντευτος σύμμαχος των ΗΠΑ, γιατί αυτό επιτάσσει το γεωστρατηγικό της συμφέρον. Συνεπώς, όσοι επεξεργάζονται σχέδια για αλλαγή του γεωπολιτικού προσανατολισμού της χώρας, συνδυαστικά ενδεχομένως με μια έξοδο από την Ευρωζώνη, θα πρέπει να εξηγήσουν εξαιρετικά λεπτομερειακά το πώς θα είναι η Ελλάδα εκτός της ομπρέλας του ΝΑΤΟ και ποιοι θα είναι οι στρατηγικοί της σύμμαχοι, πέραν των χωρών της Ε.Ε. και των ΗΠΑ. Όσο αυτό το ερώτημα μένει αναπάντητο, τόσο η επίσκεψη του εκάστοτε προέδρου των ΗΠΑ θα έχει βαρύτητα. Πολλώ δε μάλλον στη σημερινή συγκυρία, όπου η εκλογή Τραμπ, παρά το ότι αφαιρεί ουσία από τις συζητήσεις που θα γίνουν, προσδίδει την ανάγκη εκπομπής ενός σαφέστερου μηνύματος για τους κοινούς στόχους στην εξωτερική πολιτική, για τη μάχη απέναντι στον λαϊκισμό και για την ανάγκη οι ηγεσίες των χωρών να εμπνεύσουν ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Τούτων δοθέντων, η επίσκεψη του κ. Ομπάμα είναι βαρύνουσα, δεν συμβαίνει κάθε μέρα και γίνεται σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο περιβάλλον. Ας προσπαθήσουμε, εθνικά, να την εκμεταλλευτούμε όσο μπορούμε. Και, επειδή η εθνική πολιτική πρέπει να έχει συνέπεια, είναι άμεση η ανάγκη αποκρυπτογράφησης των νέων προτεραιοτήτων του κ. Τραμπ και η προσπάθεια εκπροσώπησης των εθνικών μας συμφερόντων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο!