«Οταν εγώ θα έχω φύγει»: Οι Συμβουλές που έδωσε αυτός ο Πατέρας στο Γιο του έχουν Συγκλονίσει το Διαδίκτυο!


Μια συγκινητική ιστορία γραμμένη από τον Rafael Zoehler:

Loading...

“Ο θάνατος πάντα αποτελεί έκπληξη. Κανείς δεν τον περιμένει. Ούτε καν οι ετοιμοθάνατοι οι οποίοι νομίζουν ότι θα πεθάνουν σε μια-δυο μέρες. Ίσως σε μια βδομάδα. Όταν θα έρθει, δεν θα έχεις προλάβει να κάνεις όλα αυτά που ήθελες. Το τέλος πάντα αποτελεί έκπληξη και είναι μια στιγμή γεμάτη κλάματα για τους χήρους και βαρεμάρα για τα παιδιά που δεν καταλαβαίνουν πραγματικά τι είναι κηδεία (δόξα τω Θεώ).”

“Τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά με τον πατέρα μου. Στην πραγματικότητα, ο θάνατος του ήταν ακόμα πιο αναπάντεχος. Έφυγε στα 27 του. Την ίδια ηλικία που έχασαν τη ζωή τους πολλοί μουσικοί. Ήταν νέος. Πολύ νέος. Ο πατέρας μου δεν ήταν μουσικός, ούτε καν διάσημος. Ο καρκίνος δεν επιλέγει τα θύματα του. Έφυγε όταν ήμουν μικρός και έμαθα τι είναι κηδεία εξαιτίας του. Ήμουν 8,5 ετών, αρκετά μεγάλος για να μου λείπει για μια ζωή. Αν είχε πεθάνει πιο πριν, δεν θα είχα μνήμες. Δεν θα ένιωθα πόνο. Αλλά δεν θα είχα πατέρα στη ζωή μου. Και εγώ είχα πατέρα.”

“Είχα έναν πατέρα που ήταν ταυτόχρονα σκληρός και αστείος. Κάποιον που μου έλεγε ένα ανέκδοτο πριν με τιμωρήσει. Έτσι δεν στεναχωριόμουν τόσο. Κάποιον που με φιλούσε στο μέτωπο πριν πάω για ύπνο. Μια συνήθεια που πέρασα κι εγώ στα παιδιά μου. Κάποιον που με έβαλε να υποστηρίξω την ίδια ομάδα με εκείνον και κάποιον που εξηγούσε τα πράγματα καλύτερα από τη μητέρα μου. Έναν πατέρα που θα μου λείψει.”

“Δεν μου είπε ποτέ ότι θα πέθαινε. Ακόμα και όταν ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου με τα σωληνάκια πάνω του, δεν είπε λέξη.”

“Ο πατέρας μου έκανε σχέδια για του χρόνου αν και ήξερε ότι δεν θα είναι κοντά μας τον επόμενο μήνα. Του χρόνου θα πηγαίναμε για ψάρεμα, θα ταξιδεύαμε, θα πηγαίναμε σε μέρη που δεν έχουμε πάει. Του χρόνου θα ήταν μια απίθανη χρονιά. Ζούσαμε το ίδιο όνειρο. Νομίζω – βασικά είμαι σίγουρος – ότι πίστευε ότι αυτό θα του έφερνε τύχη. Ήταν προληπτικός. Το να σκέφτεται το μέλλον ήταν ο τρόπος με τον οποίο κρατούσε ζωντανή την ελπίδα. Mε έκανε να γελάω μέχρι το τέλος. Το ήξερε. Δεν μου το είπε. Δεν με είδε να κλαίω.”

“Και ξαφνικά, η επόμενη χρονιά τελείωσε πριν καν αρχίσει.”

“Η μαμά μου με πήρε από το σχολείο και πήγαμε στο νοσοκομείο. Οι γιατροί είπαν τα νέα με όλη αυτή την ευαισθησία που χάνουν με τα χρόνια. Η μητέρα μου έκλαψε. Είχε μια μικρή ελπίδα.”

“Όπως είπα και πριν, όλοι έχουν. Ένιωσα το φύσημα. Τι σημαίνει αυτό; Δεν ήταν μια κανονική ασθένεια, από αυτές που οι γιατροί θεραπεύουν με μια ένεση; Σε μισούσα, μπαμπά. Ένιωθα προδομένος. Φώναξα με θυμό στο νοσοκομείο, μέχρι που κατάλαβα ότι ο πατέρας μου δεν ήταν εκεί για να με τιμωρήσει. Έκλαψα.”

“Τότε, ο πατέρας μου έγινε ξανά πατέρας για μένα. Με ένα κουτί παπουτσιών κάτω από τον ώμο της, μια νοσοκόμα ήρθε να με παρηγορήσει. Το κουτί ήταν γεμάτο κλειστούς φακέλους, με προτάσεις εκεί που θα έπρεπε να είναι η διεύθυνση. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε. Η νοσοκόμα μου έδωσε ένα γράμμα. Το μόνο γράμμα που ήταν έξω από το κουτί.”

“Ο μπαμπάς σου μου ζήτησε να σου δώσω αυτό το γράμμα. Πέρασε όλη τη βδομάδα γράφοντας τα και θέλει να το διαβάσεις. Να είναι δυνατός.” είπε η νοσοκόμα κρατώντας με.”

“Ο φάκελος έγραφε “Όταν θα έχω φύγει”. Το άνοιξα.”

“Γιε μου,
Αν το διαβάζεις αυτό, έχω πεθάνει. Λυπάμαι, το ήξερα ότι θα πέθαινα.
Δεν ήθελα να σου πω τι θα συνέβαινε, δεν ήθελα να σε δω να κλαις.
Τελικά, φαίνεται πως τα κατάφερα. Νομίζω ότι ένας άνθρωπος που πρόκειται να πεθάνει έχει το δικαίωμα να φέρεται λίγο εγωιστικά.
Λοιπόν, όπως βλέπεις, έχω ακόμα πολλά να σου μάθω. Έτσι κι αλλιώς, δεν ξέρεις απολύτως τίποτα. Γι” αυτό σου έγραψα αυτά τα γράμματα. Δεν πρέπει να τα ανοίξεις πριν την κατάλληλη στιγμή, εντάξει; Αυτή είναι η συμφωνία μας.
Σ’αγαπώ. Να φροντίζεις τη μαμά σου. Είσαι ο άντρας του σπιτιού πλέον.
Με αγάπη, μπαμπάς
Υ.Γ.: Δεν έγραψα γράμματα στη μαμά σου. Έχει το αυτοκίνητο μου.”

“Με έκανε να σταματήσω να κλαίω με τον χάλια γραφικό του χαρακτήρα. Δεν ήταν εύκολο τότε να εκτυπώσεις κάτι. Τα χάλια γράμματα του, τα οποία με το ζόρι καταλάβαινα, με έκαναν να ηρεμήσω. Με έκαναν να χαμογελάσω. Έτσι έκανε τα πράγματα ο πατέρας μου. Σαν το ανέκδοτο πριν από την τιμωρία.”

“Το κουτί έγινε το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο για μένα. Είπα στη μητέρα μου να μην το ανοίξει. Αυτά τα γράμματα ήταν δικά μου και κανείς άλλος δεν μπορούσε να τα διαβάσει. Ήξερα όλες τις στιγμές που ήταν γραμμένες απ’έξω. Αλλά χρειάστηκε κάμποσο για να συμβούν αυτές οι στιγμές. Και το ξέχασα.”

“7 χρόνια αργότερα, όταν μετακομίσαμε σε καινούριο μέρος, δεν είχα ιδέα που είχα βάλει το κουτί. Δεν μπορούσα να θυμηθώ. Και όταν δεν θυμόμαστε κάτι, συνήθως δεν νοιαζόμαστε γι’αυτό. Αν κάτι χαθεί στη μνήμη σου, αυτό δεν σημαίνει ότι το έχασες. Απλά σημαίνει ότι δεν υπάρχει πια. Είναι σαν τα ψιλά στις τσέπες του παντελονιού.”

“Κι έτσι έγινε. Τα εφηβικά μου χρόνια και ο νέος φίλος της μητέρας μου προκαλούσαν αυτό που ο πατέρας μου περίμενε πολύ καιρό πριν. Η μητέρα μου είχε αρκετούς φίλους και πάντα το καταλάβαινα. Δεν παντρεύτηκε ξανά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου αρέσει να πιστεύω ότι ο πατέρας μου ήταν ο έρωτας της ζωής της. Αυτός ο φίλος όμως ήταν άχρηστος. Πίστευα ότι εξευτέλιζε τον εαυτό της βγαίνοντας μαζί του. Δεν την σεβόταν. Άξιζε κάτι πολύ καλύτερο από έναν τύπο που γνώρισε σε ένα μπαρ.”

“Ακόμα θυμάμαι το χαστούκι που μου έδωσε όταν είπα τη λέξη “μπαρ”. Παραδέχομαι ότι μου άξιζε. Το έμαθα μετά από χρόνια. Εκείνη τη στιγμή, όταν το δέρμα μου έκαιγε ακόμα από το χαστούκι, θυμήθηκα το κουτί και τα γράμματα. Θυμήθηκα ένα συγκεκριμένο γράμμα, το οποίο έλεγε “Όταν κάνεις τον χειρότερο καβγά της ζωής σου με τη μαμά σου”.”



“Έκανα το δωμάτιο μου φύλλο και φτερό ψάχνοντας το, κάτι που προκάλεσε ακόμα ένα χαστούκι. Βρήκα το κουτί μέσα σε μια βαλίτσα πάνω στη ντουλάπα. Η αναμονή. Έψαχνα ανάμεσα στα γράμματα και συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει να ανοίξω το “Όταν δώσεις το πρώτο σου φιλί”. Μισούσα τον εαυτό μου γι’αυτό και αποφάσισα ότι θα ήταν το επόμενο γράμμα που θα άνοιγα. Το “Όταν χάσεις την παρθενιά σου” ήταν μετά, ένα γράμμα που ήλπιζα να ανοίξω πολύ σύντομα. Τελικά βρήκα αυτό που έψαχνα.”

“Τώρα ζήτα της συγγνώμη.
Δεν ξέρω γιατί μαλώνετε και ποιος έχει δίκιο. Αλλά ξέρω την μητέρα σου.
Γι’αυτό μια ταπεινή συγγνώμη είναι ο καλύτερος τρόπος για να τη γλιτώσεις. Εννοώ να πέσεις στα γόνατα.
Είναι η μητέρα σου, μικρέ. Σε αγαπάει περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο. Ξέρεις τι πέρασε για να σε γεννήσει φυσιολογικά, επειδή κάποιος της είπε ότι θα ήταν καλύτερο για σένα; Έχεις δει ποτέ γυναίκα να γεννάει; Χρειάζεσαι μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης από αυτό;
Ζήτα της συγγνώμη. Θα σε συγχωρέσει.
Με αγάπη, μπαμπάς.”

“Ο μπαμπάς μου δεν ήταν και πολύ καλός στο γράψιμο, ήταν ένας απλος τραπεζικός υπάλληλος. Αλλά τα λόγια του είχαν μεγάλη επίδραση πάνω μου. Ήταν λόγια που μετέφεραν περισσότερη σοφία από τα 15 μου χρόνια. (Αν και δεν ήταν και πολύ δύσκολο να το πετύχει.)”

“Πήγα γρήγορα στο δωμάτιο της μητέρας μου και άνοιξα την πόρτα. Έκλαιγα όταν γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε στα μάτια. Έκλαιγε κι εκείνη. Δεν θυμάμαι τι μου φώναξε. Μάλλον κάτι σαν “Τι θες;”. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι πήγα προς το μέρος της κρατώντας το γράμμα που είχε γράψει ο πατέρας μου. Την είχα αγκαλιά, ενώ τα χέρια μου τσαλάκωναν το χαρτί. Με αγκάλιασε και καθόμασταν εκεί στην ησυχία.”

“Το γράμμα του πατέρα μου την έκανε να γελάσει μερικά λεπτά αργότερα. Τα βρήκαμε και μιλήσαμε λίγο για εκείνον. Μου είπε μερικές από τις πιο εκκεντρικές του συνήθειες, όπως ότι του άρεσε τρώει φράουλες με σαλάμι. Με κάποιο τρόπο ένιωθα ότι καθόταν δίπλα μας. Εγώ, η μαμά μου και ένα κομμάτι του πατέρα μου, ένα κομμάτι που άφησε για μας, ένα χαρτί. Ήταν ωραία.”

“Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να διαβάσω το “Όταν χάσεις την παρθενιά σου’”:

“Συγχαρητήρια, γιε μου.
Μην ανησυχείς, θα γίνει καλύτερο με τον καιρό. Πάντα είναι χάλια την πρώτη φορά. Η δική μου έγινε με μια άσχημη γυναίκα… η οποία ήταν και πόρνη.
Ο μεγαλύτερος μου φόβος είναι ότι θα ρωτούσες τη μαμά σου τι είναι παρθενιά όταν διάβαζες τον τίτλο του γράμματος.
Με αγάπη, μπαμπάς.”

“Ο πατέρας μου με ακολουθούσε σε όλη μου τη ζωή. Ήταν μαζί μου, ακόμη και όταν δεν ήταν κοντά μου. Τα λόγια του έκαναν αυτό που δεν μπορούσε να κάνει κανείς: μου έδιναν δύναμη να ξεπεράσω άπειρες δυσκολίες στη ζωή μου. Πάντα έβρισκε έναν τρόπο να με κάνει να χαμογελάσω όταν τα πράγματα φαίνονταν άσχημα, ή να καθαρίσω το μυαλό μου όταν ήμουν θυμωμένος.”

“Το “Όταν παντρευτείς” με έκανε να συγκινηθώ. Αλλά όχι τόσο όσο το “Όταν γίνεις πατέρας’”.

“Τώρα θα καταλάβεις τι είναι πραγματική αγάπη, γιε μου. Θα καταλάβεις πόσο την αγαπάς, αλλά πραγματική αγάπη είναι αυτό που θα νιώσεις γι’αυτό το μικρό πλασματάκι. Δεν ξέρω αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Είμαι απλά ένα πτώμα, όχι μάντης.
Να περάσεις καλά. Είναι κάτι υπέροχο. Ο χρόνος θα περάσει γρήγορα τώρα, γι’αυτό να είσαι εκεί.
Μην χάνεις στιγμή, δεν γυρνάνε πίσω αυτά. Άλλαξε τις πάνες, κάνε μπάνιο το μωρό, να είσαι πρότυπο γι’αυτό το παιδί. Νομίζω ότι έχεις ό,τι χρειάζεται για να γίνεις ένας απίθανος πατέρας, σαν εμένα.”

“Το πιο οδυνηρό γράμμα που διάβασα σε όλη μου τη ζωή ήταν και το πιο σύντομο που έγραψε ο πατέρας μου. Όσο έγραφε αυτές τις τέσσερις λέξεις, πιστεύω ότι υπέφερε όσο εγώ εκείνη τη στιγμή. Μου πήρε λίγο, αλλά τελικά χρειάστηκε να ανοίξω το “Όταν η μητέρα σου φύγει’”:

“Είναι δική μου τώρα.”

“Ένα αστείο. Ένας θλιμμένος κλόουν κρύβει τη θλίψη του με ένα χαμόγελο πάνω στο μακιγιάζ του. Ήταν το μόνο γράμμα που δεν με έκανε να χαμογελάσω, αλλά καταλάβαινα το λόγο.”

“Πάντα κρατάω τη συμφωνία που έκανα με τον πατέρα μου. Ποτέ δεν ανοίγω τα γράμματα πριν έρθει η ώρα τους. Πάντα περίμενα την επόμενη στιγμή, το επόμενο γράμμα. Το επόμενο μάθημα που θα με δίδασκε ο πατέρας μου. Είναι απίθανο πόσα μπορεί να μάθει ένας 27χρονος σε έναν 85χρονο σαν εμένα. Τώρα που είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, με τα σωληνάκια στη μύτη και το λαιμό μου χάρη στον καταραμένο καρκίνο, περνάω τα χέρια μου πάνω από το ξεθωριασμένο χαρτί του μόνου γράμματος που δεν άνοιξα. Η πρόταση “Όταν έρθει η ώρα σου” μετά βίας φαίνεται πάνω στον φάκελο.”

“Δεν θέλω να το ανοίξω. Φοβάμαι. Δεν θέλω να πιστέψω ότι αυτή η ώρα είναι κοντά. Είναι θέμα ελπίδας, έτσι; Κανείς δεν πιστεύει ότι θα πεθάνει.”

“Παίρνω μια βαθιά ανάσα και ανοίγω τον φάκελο.”

“Γεια σου γιε μου. Ελπίζω να είσαι γέρος τώρα.
Ξέρεις, αυτό το γράμμα ήταν το πιο εύκολο να γράψω και ήταν το πρώτο που έγραψα. Ήταν αυτό που με ελευθέρωσε από τον πόνο του να σε χάσω. Νομίζω ότι το μυαλό σου καθαρίζει όταν είσαι κοντά στο τέλος. Είναι πιο εύκολο να μιλήσεις γι’αυτό.
Ήταν τις τελευταίες μέρες μου εδώ που σκέφτηκα τη ζωή που έκανα. Η ζωή μου ήταν σύντομη, αλλά πολύ χαρούμενη. Ήμουν ο πατέρας σου και ο άντρας της μητέρας σου. Τι άλλο να ζητήσω;
Με ηρέμησε. Τώρα ηρέμησε κι εσύ.
Η συμβουλή μου για σένα: δεν χρειάζεται να φοβάσαι.
Υ.Γ.: Μου λείπεις.”

Credit: brightside.me








Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...
Loading...